|
Η συνεχής αύξηση του κόστους ζωής δεν αλλάζει μόνο το τι αγοράζουμε. Μπορεί σταδιακά να αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την τροφή.
Όταν το κρέας, τα ψάρια, τα φρούτα, τα λαχανικά και βασικά προϊόντα γίνονται ολοένα ακριβότερα, είναι εύλογο να αναρωτηθούμε αν ένα μέρος του πληθυσμού θα αρχίσει να σκέφτεται διαφορετικά: «Γιατί να αγοράσω ψάρι, αφού μπορώ να το πιάσω;» «Γιατί να αγοράσω κρέας, αφού υπάρχει άγρια πανίδα;» «Γιατί να πληρώσω για φρούτα, αφού υπάρχουν δέντρα γεμάτα καρπούς;» Το πρόβλημα αρχίζει όταν η οικονομική πίεση συναντά την άγνοια. Ο απλός άνθρωπος δεν γνωρίζει απαραίτητα τη νομοθεσία. Για έναν βιολόγο, έναν έμπειρο αλιέα ή έναν άνθρωπο που ασχολείται συστηματικά με την ύπαιθρο, μπορεί να θεωρείται αυτονόητο ότι υπάρχουν προστατευόμενα είδη, απαγορευμένες περίοδοι, ελάχιστα μεγέθη, ημερήσια όρια και περιοχές όπου απαγορεύεται εντελώς η αλιεία ή το κυνήγι. Για μεγάλο μέρος του κόσμου όμως τίποτα από αυτά δεν είναι αυτονόητο. Κάποιος μπορεί απλώς να αγοράσει ένα καλάμι, ένα ψαροντούφεκο ή άλλο εξοπλισμό και να ξεκινήσει χωρίς να γνωρίζει καν ότι υπάρχουν είδη τα οποία δεν επιτρέπεται να κρατήσει, οργανισμοί που πρέπει να έχουν συγκεκριμένο ελάχιστο μέγεθος ή τοπικές απαγορεύσεις που αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Το Ελληνικό Λιμενικό, για παράδειγμα, αναφέρει ότι στην ερασιτεχνική αλιεία ισχύουν γενικοί ποσοτικοί περιορισμοί και ειδικότεροι κανόνες για συγκεκριμένα είδη. Μεταξύ άλλων αναφέρει ημερήσιο όριο έως 5 κιλά ψαριών ή κεφαλόποδων στις συνήθεις περιπτώσεις, ένα άτομο ροφοειδών, καθώς και ειδικούς περιορισμούς για οργανισμούς όπως τα χταπόδια, οι αχινοί και ορισμένα θαλάσσια δολώματα. Υπάρχουν επίσης τοπικές απαγορεύσεις. Σε ορισμένες θαλάσσιες περιοχές μπορεί να απαγορεύεται το ψαροντούφεκο ή ακόμη και κάθε μορφή αλιείας, για λόγους προστασίας, ασφάλειας ή προστασίας ενάλιων αρχαιολογικών χώρων. Άρα το «πάω στη θάλασσα και πιάνω κάτι για να φάω» δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Το ψάρι που βλέπεις δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να το πάρεις. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ίσως η αναγνώριση των ειδών. Ένας άνθρωπος που δεν έχει προηγούμενη εμπειρία μπορεί να βλέπει απλώς «ένα ψάρι». Δεν γνωρίζει απαραίτητα:
Οι κανόνες μάλιστα δεν είναι πάντοτε ίδιοι για όλα τα είδη ή για όλες τις περιοχές. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν είδη για τα οποία προβλέπονται ειδικά όρια διατήρησης, εποχικοί περιορισμοί ή πλήρεις απαγορεύσεις. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική ανάγκη μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει κάποιον σε παράβαση χωρίς καν να αντιλαμβάνεται πλήρως τι έχει κάνει. Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στο κυνήγι. Η λογική είναι παρόμοια και στην ξηρά. Ένα ζώο που βρίσκεται στη φύση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποτελεί νόμιμο θήραμα. Υπάρχουν προστατευόμενα είδη, καθορισμένες κυνηγετικές περίοδοι, επιτρεπόμενα είδη, όρια κάρπωσης, απαγορευμένες περιοχές και ειδικές ρυθμίσεις. Ένας άνθρωπος που πιέζεται οικονομικά μπορεί να μην έχει ούτε την εμπειρία ούτε τη γνώση για να αναγνωρίσει σωστά ένα είδος πριν ενεργήσει. Και επειδή η νομοθεσία για απόκτηση όπλου είναι αυστηρότερη, και δεν μπορεί ο καθένας να πάει να αγοράσει είναι διαφορετικά τα πράγματα εδώ. Αλλά τι γίνεται όμως με αυτούς που έχουν ξεχασμένα όπλα από τον πατέρα τους ή τον παππού τους στην επαρχία; Και εκεί βρίσκεται ένας πραγματικός κίνδυνος για την άγρια ζωή: όχι απαραίτητα ένας οργανωμένος λαθροθήρας, αλλά ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που αποφασίζουν να πάρουν μόνοι τους την τροφή τους χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση. Και μετά υπάρχουν τα φρούτα, τα χωράφια και η ιδιωτική περιουσία. Υπάρχει ακόμη μία κατηγορία που εύκολα παραβλέπεται. Στην ελληνική ύπαιθρο υπάρχουν παντού ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, μηλιές, σύκα, σταφύλια και άλλες καλλιέργειες. Για έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να αγοράσει τρόφιμα, ένα δέντρο γεμάτο καρπούς μπορεί να μοιάζει με «δωρεάν τροφή». Όμως το γεγονός ότι ένα χωράφι φαίνεται εγκαταλελειμμένο ή ότι ένα δέντρο βρίσκεται κοντά σε δρόμο δεν σημαίνει ότι ο καρπός δεν ανήκει σε κάποιον. Η συλλογή χωρίς άδεια μπορεί να αποτελεί αφαίρεση ξένης ιδιοκτησίας. Και όσο περισσότερο αυξάνεται η οικονομική πίεση τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίζονται τέτοιες συγκρούσεις. Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν κάποιος μπορεί να βρει τροφή στη φύση. Φυσικά και μπορεί. Η αλιεία, η καλλιέργεια τροφής, η συλλογή επιτρεπόμενων άγριων προϊόντων και, όπου προβλέπεται νόμιμα, το κυνήγι αποτελούσαν τρόπους εξασφάλισης τροφής για χιλιάδες χρόνια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι συμβαίνει όταν μεγάλος αριθμός ανθρώπων αρχίσει να το κάνει ξαφνικά και χωρίς γνώση; Ένας έμπειρος ψαράς μπορεί να αναγνωρίσει δεκάδες είδη. Ένας αρχάριος μπορεί να μη γνωρίζει ούτε τη διαφορά μεταξύ δύο παρόμοιων ψαριών. Ένας άνθρωπος με οικολογική γνώση γνωρίζει γιατί δεν πρέπει να αφαιρέσει ένα μικρό ή αναπαραγωγικό άτομο. Ένας άνθρωπος που απλώς προσπαθεί να εξασφαλίσει το βραδινό του μπορεί να βλέπει μόνο «φαγητό». Εκεί η οικονομική κρίση μπορεί να μετατραπεί και σε πρόβλημα διαχείρισης της άγριας ζωής. Η παρανομία μπορεί να αρχίσει από άγνοια. Δεν χρειάζεται κάποιος να ξυπνήσει ένα πρωί και να αποφασίσει συνειδητά ότι θα γίνει λαθροθήρας ή παράνομος αλιέας. Μπορεί να αρχίσει πολύ πιο απλά. Να πιάσει ένα μικρό ψάρι και να το κρατήσει. Να πάρει ένα είδος που δεν αναγνώρισε σωστά. Να ψαρέψει σε μία περιοχή όπου υπήρχε τοπική απαγόρευση. Να πάρει περισσότερα άτομα από όσα επιτρέπονται. Να μαζέψει θαλάσσιους οργανισμούς χωρίς να γνωρίζει ότι έχουν περίοδο ή όριο συλλογής. Να πάρει καρπούς από ένα χωράφι θεωρώντας ότι «αφού πέφτουν κάτω, κανείς δεν τους θέλει». Μία μεμονωμένη περίπτωση ίσως φαίνεται μικρή. Αν όμως το κάνουν χιλιάδες άνθρωποι, το αποτέλεσμα παύει να είναι μικρό. Η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο περισσότερα πρόστιμα. Αν η ακρίβεια πράγματι ωθήσει περισσότερους ανθρώπους προς την αυτοσυλλογή τροφής, χρειάζεται κάτι περισσότερο από αστυνόμευση. Χρειάζεται εκπαίδευση. Απλοί και δωρεάν οδηγοί αναγνώρισης ειδών. Ξεκάθαρες εφαρμογές που να δείχνουν τι επιτρέπεται να αλιευθεί, ποιο είναι το ελάχιστο μέγεθος και αν υπάρχουν τοπικές απαγορεύσεις. Ενημέρωση για προστατευόμενα είδη. Σήμανση στις περιοχές όπου υπάρχουν ειδικοί περιορισμοί. Εκπαίδευση για βιώσιμη αλιεία και συλλογή. Και πάνω απ' όλα, κανόνες που ο απλός πολίτης να μπορεί πραγματικά να βρει και να καταλάβει. Γιατί δεν μπορούμε να περιμένουμε από έναν άνθρωπο που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με αλιεία, κυνήγι ή οικολογία να γνωρίζει από μόνος του δεκάδες νόμους, είδη και εξαιρέσεις. Όσο ακριβότερη γίνεται η τροφή, τόσο σημαντικότερη γίνεται η γνώση. Ίσως λοιπόν το ερώτημα για τα επόμενα χρόνια να μην είναι μόνο πόσο θα κοστίζει το καλάθι του supermarket. Μπορεί να είναι και πόσοι άνθρωποι θα αρχίσουν να ψάχνουν την τροφή τους έξω από αυτό. Η αλιεία για προσωπική κατανάλωση, ένας μικρός λαχανόκηπος ή η νόμιμη συλλογή τροφής μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας πιο αυτάρκους ζωής. Όμως η αυτάρκεια δεν μπορεί να σημαίνει ανεξέλεγκτη αφαίρεση από τη φύση ή ξένη περιουσία. Αν η οικονομική πίεση σπρώχνει τον κόσμο προς τη φύση για τροφή, τότε η γνώση της νομοθεσίας και της οικολογίας δεν είναι πλέον θέμα μόνο των κυνηγών, των ψαράδων ή των επιστημόνων. Μπορεί να εξελιχθεί σε βασική γνώση για τον απλό πολίτη. Και ίσως αυτό είναι το σημείο που πρέπει να συζητήσουμε πριν η ανάγκη προηγηθεί της ενημέρωσης. Η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται συνεχώς. Τα σπίτια ηλεκτροδοτούνται περισσότερο, οι μεταφορές στρέφονται σταδιακά προς την ηλεκτροκίνηση, οι επιχειρήσεις χρειάζονται ενέργεια και νέες τεχνολογίες, από τα κέντρα δεδομένων μέχρι τις αντλίες θερμότητας, δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, δεν γίνεται από τη μία να ζητάμε περισσότερο και φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα και από την άλλη να απαντάμε «όχι» σε κάθε νέα ενεργειακή εγκατάσταση. Όχι στα φωτοβολταϊκά. Όχι στις ανεμογεννήτριες. Όχι στα δίκτυα μεταφοράς. Όχι στις μονάδες αποθήκευσης. Όχι σχεδόν σε κάθε έργο. Αυτό δεν αποτελεί ενεργειακή ή περιβαλλοντική πολιτική. Η πραγματική συζήτηση πρέπει να είναι διαφορετική: Πού μπορούν να εγκατασταθούν αυτά τα έργα, με ποιους όρους, για πόσο χρονικό διάστημα και τι θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος ζωής τους; Δεν χρειάζεται ανεξέλεγκτη ανάπτυξη Η αποδοχή της ανάγκης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν σημαίνει ότι πρέπει να γεμίσει κάθε βουνό, κάθε αγροτική έκταση και κάθε φυσικό τοπίο με ενεργειακές εγκαταστάσεις. Χρειάζεται σοβαρός χωροταξικός σχεδιασμός. Πριν εγκριθεί ένα έργο πρέπει να εξετάζονται:
Το ερώτημα επομένως δεν πρέπει να είναι απλώς «αν θέλουμε ανεμογεννήτριες ή φωτοβολταϊκά». Το σημαντικότερο ερώτημα είναι πού μπορούν να τοποθετηθούν με τη μικρότερη δυνατή περιβαλλοντική επίπτωση. Πρώτα οι ήδη τροποποιημένες περιοχές Πριν χρησιμοποιηθούν φυσικές εκτάσεις, πρέπει να αξιοποιούνται πολύ περισσότερο οι χώροι που έχουμε ήδη μετατρέψει. Στέγες κατοικιών και επιχειρήσεων, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αποθήκες, δημόσια κτίρια, χώροι στάθμευσης, εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές ζώνες και άλλες ήδη υποβαθμισμένες περιοχές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό μέρος της λύσης. Ένα φωτοβολταϊκό πάνω σε μια μεγάλη αποθήκη δεν απαιτεί την ίδια αλλαγή χρήσης γης με ένα αντίστοιχο έργο σε μια φυσική περιοχή. Αυτή η αρχή πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα του σχεδιασμού: ότι πρώτα αξιοποιούμε τις επιφάνειες που έχουμε ήδη καταλάβει και μετά εξετάζουμε νέες εκτάσεις. Κάθε έργο πρέπει να έχει σχέδιο αποξήλωσης Υπάρχει ακόμη ένα θέμα που συχνά παραμερίζεται. Τι συμβαίνει όταν μια ανεμογεννήτρια ή ένα φωτοβολταϊκό πάρκο φτάσει στο τέλος της λειτουργικής ζωής του; Η άδεια ενός έργου δεν πρέπει να αφορά μόνο την κατασκευή του. Από την πρώτη ημέρα πρέπει να υπάρχει δεσμευτικό σχέδιο για: 1. την αποξήλωση του εξοπλισμού, 2. την απομάκρυνση των βάσεων και των υποδομών όπου αυτό είναι εφικτό, 3. την ανακύκλωση ή διαχείριση των υλικών, 4. την αποκατάσταση του εδάφους, 5. την επαναφορά της βλάστησης, 6. την παρακολούθηση της περιοχής μετά την αποξήλωση. Και το κόστος αυτό δεν πρέπει να μεταφέρεται κάποια στιγμή στο Δημόσιο ή στις τοπικές κοινωνίες. Ο φορέας του έργου πρέπει από την αρχή να έχει οικονομική υποχρέωση για την αποκατάσταση της περιοχής. Παρακολούθηση και μετά την κατασκευή Η περιβαλλοντική προστασία επίσης δεν τελειώνει με μια μελέτη πριν από την κατασκευή. Χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση. Εάν, για παράδειγμα, ένα έργο αποδειχθεί ότι προκαλεί μεγαλύτερη από την αναμενόμενη επίπτωση στην άγρια ζωή, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του. Μπορεί να απαιτούνται εποχικοί περιορισμοί, προσωρινές διακοπές λειτουργίας, αλλαγές στον φωτισμό, πρόσθετα μέτρα προστασίας ή άλλες παρεμβάσεις. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση πρέπει επομένως να λειτουργεί ως διαρκής διαδικασία προσαρμογής και όχι ως ένα έγγραφο που εκδίδεται μία φορά και ξεχνιέται. Δεν υπάρχει ενεργειακή λύση χωρίς επιπτώσεις Κάθε μορφή παραγωγής ενέργειας έχει κάποιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Οι ανεμογεννήτριες χρειάζονται δρόμους και υποδομές. Τα φωτοβολταϊκά χρειάζονται χώρο και υλικά. Τα υδροηλεκτρικά μεταβάλλουν ποτάμια και οικοσυστήματα. Τα ορυκτά καύσιμα έχουν διαφορετικές και σημαντικές επιπτώσεις. Ακόμη και η μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί δίκτυα, υποσταθμούς και γραμμές υψηλής τάσης. Δεν υπάρχει λοιπόν επιλογή με μηδενικές επιπτώσεις. Η σωστή περιβαλλοντική πολιτική δεν είναι να προσποιούμαστε ότι μπορούμε να έχουμε συνεχώς περισσότερη ενέργεια χωρίς καμία νέα υποδομή. Είναι να επιλέγουμε τις λύσεις με τις μικρότερες συνολικές επιπτώσεις και να σχεδιάζουμε σωστά τον τρόπο εφαρμογής τους. Από το «όχι» στο «πού και πώς» Η προστασία της φύσης είναι απαραίτητη. Αλλά προστασία της φύσης δεν σημαίνει αυτόματα απόρριψη κάθε έργου ανανεώσιμης ενέργειας. Ούτε, φυσικά, σημαίνει ότι κάθε έργο που χαρακτηρίζεται «πράσινο» πρέπει να εγκρίνεται ανεξέλεγκτα. Χρειαζόμαστε κάτι πιο ώριμο από αυτές τις δύο ακραίες προσεγγίσεις. Χρειαζόμαστε: σωστή χωροθέτηση, σοβαρές περιβαλλοντικές μελέτες, προστασία κρίσιμων οικοτόπων, παρακολούθηση της άγριας ζωής, αξιοποίηση στεγών και ήδη υποβαθμισμένων περιοχών, αποθήκευση ενέργειας, αναβάθμιση των δικτύων και υποχρεωτική αποκατάσταση των εγκαταστάσεων στο τέλος της ζωής τους. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνει χωρίς υποδομές. Μπορεί όμως να γίνει με πολύ καλύτερο σχεδιασμό. Το πραγματικό δίλημμα επομένως δεν είναι: «Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή περιβάλλον;» Το πραγματικό ερώτημα είναι: «Πώς μπορούμε να παράγουμε την ενέργεια που χρειαζόμαστε, προστατεύοντας ταυτόχρονα όσο περισσότερο γίνεται τη φύση;» Και εκεί πρέπει να επικεντρωθεί η συζήτηση. Όχι στο «όχι σε όλα», αλλά στο πού, πώς, με ποιους όρους και με ποια ευθύνη. Δεν θεωρώ επίσης ότι επειδή και το κυνήγι και το ψαροντούφεκο καταλήγουν στην αφαίρεση ενός ζώου από τη φύση, έχουν αυτομάτως και τις ίδιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Για μένα, υπάρχουν πραγματικές και ουσιαστικές διαφορές. Και αυτές οι διαφορές είναι ο βασικός λόγος που είμαι πολύ πιο αρνητικός απέναντι στη θήρα με πυροβόλο όπλο στη στεριά από ό,τι απέναντι στο ψαροντούφεκο. Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι ο θόρυβος. Ένας πυροβολισμός δεν επηρεάζει μόνο το ζώο που αποτελεί τον στόχο. Ο ήχος μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση και προκαλεί αναστάτωση σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ζώων. Πουλιά σηκώνονται από υγροτόπους. Θηλαστικά απομακρύνονται από σημεία τροφοληψίας ή ανάπαυσης. Άλλα ζώα που δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο της θήρας εκτίθενται σε ξαφνικό και επαναλαμβανόμενο στρες. Στο ψαροντούφεκο αυτό το πρόβλημα πρακτικά δεν υπάρχει με την ίδια μορφή. Δεν υπάρχει έκρηξη, δεν υπάρχει πυροβολισμός και δεν υπάρχει ένας έντονος ήχος που μεταδίδεται σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτό για μένα είναι ήδη μία πολύ σημαντική διαφορά. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το όπλο δεν επηρεάζει πάντα μόνο τον στόχο. Στη θήρα πουλιών, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται φυσίγγια διασποράς, ο κυνηγός δεν στέλνει μία μοναδική βολίδα σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο. Τα σκάγια διασπείρονται. Αυτό σημαίνει ότι όταν υπάρχουν κοντά και άλλα πουλιά, μπορεί να τραυματιστούν ή να σκοτωθούν και άτομα που δεν αποτελούσαν τον αρχικό στόχο. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν στην ίδια περιοχή υπάρχουν προστατευόμενα είδη. Αν ένα πουλί βρίσκεται πάνω σε δέντρο, μέσα σε πυκνή βλάστηση ή ανάμεσα σε άλλα πουλιά, η επιλογή δεν είναι πάντα τόσο καθαρή όσο παρουσιάζεται. Στο ψαροντούφεκο η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο ψαροντουφεκάς βλέπει συνήθως το συγκεκριμένο ψάρι πολύ κοντά του και επιλέγει συγκεκριμένο άτομο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γίνονται λάθη. Γίνονται. Αλλά η πράξη είναι πολύ πιο άμεσα στοχευμένη. Στα πουλιά δεν γνωρίζεις πάντα ακριβώς τι βλέπεις. Αυτό είναι επίσης ένα πολύ σοβαρό θέμα για μένα. Στην πραγματική φύση δεν βλέπεις πάντα ένα ζώο όπως το βλέπεις σε έναν οδηγό πεδίου. Μπορεί να υπάρχει χαμηλός φωτισμός. Μπορεί να υπάρχει απόσταση. Μπορεί το πουλί να πετάει γρήγορα. Μπορεί να βρίσκεται πίσω από κλαδιά. Μπορεί να υπάρχουν πολλά είδη μαζί. Και ακόμη και αν η αναγνώριση είναι σωστή, συνήθως δεν γνωρίζεις αν το άτομο έχει φωλιά, αυγά ή μικρά που εξαρτώνται από αυτό. Αυτό το θεωρώ σημαντική ηθική και οικολογική διαφορά. Ο μόλυβδος προσθέτει ένα ακόμη περιβαλλοντικό βάρος. Στη θήρα με πυροβόλα όπλα υπάρχει και το θέμα του μολύβδου. Δεν μιλάμε μόνο για το ζώο που σκοτώνεται. Μιλάμε και για υλικό που μπορεί να παραμένει στο έδαφος, σε υγροτόπους ή μέσα σε τραυματισμένα και νεκρά ζώα. Ο μόλυβδος μπορεί να εισέλθει στην τροφική αλυσίδα και να επηρεάσει οργανισμούς που δεν είχαν καμία σχέση με την αρχική πράξη της θήρας. Άρα η επίπτωση δεν τελειώνει απαραίτητα τη στιγμή που ακούγεται ο πυροβολισμός. Η έντονη θήρα αλλάζει και τη συμπεριφορά των ζώων. Στους αγριόχοιρους, για παράδειγμα, η έντονη κυνηγετική πίεση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τον χώρο και τον χρόνο. Ζώα μπορούν να γίνουν περισσότερο νυχτόβια. Μπορούν να αποφεύγουν συγκεκριμένες περιοχές. Μπορούν να αλλάζουν διαδρομές και συμπεριφορές λόγω συνεχούς ανθρώπινης πίεσης. Αυτό δείχνει ότι η επίδραση του κυνηγιού δεν μετριέται μόνο στο πόσα ζώα σκοτώθηκαν. Μετριέται και στο πώς αλλάζει η καθημερινή λειτουργία του πληθυσμού. Στο ψαροντούφεκο το μεγάλο πρόβλημα είναι αλλού. Δεν θεωρώ το ψαροντούφεκο αθώο. Έχει σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο είναι η εκτίμηση του μεγέθους. Κάτω από το νερό η αντίληψη αλλάζει και ένα ψάρι μπορεί να φαίνεται μεγαλύτερο από ό,τι είναι πραγματικά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη ατόμου κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο μέγεθος. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ο έλεγχος. Σε απομακρυσμένες ακτές, όπου πρακτικά δεν υπάρχει συχνή επιτήρηση, υπάρχουν άτομα που μπορούν να παραβιάζουν κανόνες επειδή θεωρούν ότι κανείς δεν θα τους δει. Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα. Και δεν πρέπει να υποτιμάται. Υπάρχει όμως ένας φυσικός περιορισμός που στη θήρα συνήθως δεν υπάρχει. Στο ψαροντούφεκο ο άνθρωπος δεν βρίσκεται απλώς μέσα στο περιβάλλον. Βρίσκεται κάτω από το νερό και κρατάει την αναπνοή του. Υπάρχει βιολογικό όριο. Δεν μπορεί να μείνει στον βυθό για απεριόριστο χρόνο. Πρέπει να ανεβαίνει. Πρέπει να ξεκουράζεται. Πρέπει να επαναλαμβάνει τις καταδύσεις. Και όλα αυτά εξαρτώνται και από τη θάλασσα. Αν υπάρχει έντονος κυματισμός, δυνατός άνεμος, ρεύμα, χαμηλή ορατότητα ή δύσκολες συνθήκες, πολύ απλά μπορεί να μην μπορεί να γίνει ψαροντούφεκο. Στη χερσαία θήρα η δραστηριότητα μπορεί να συνεχίζεται για πολλές ώρες. Με βροχή. Με αέρα. Με κρύο. Ακόμη και σε χιόνι. Άρα η συνολική χρονική πίεση που μπορεί να ασκηθεί μέσα στην ίδια ημέρα είναι δυνητικά πολύ μεγαλύτερη. Και στα δύο υπάρχουν άνθρωποι που παραβιάζουν τα όρια. Εδώ δεν κάνω καμία εξαίρεση. Και στη θήρα και στην αλιεία υπάρχουν άνθρωποι που σέβονται τους κανόνες. Και υπάρχουν άνθρωποι που τους αγνοούν. Υπάρχουν κυνηγοί που μπορεί να ξεπερνούν κατά πολύ τα επιτρεπόμενα όρια. Υπάρχουν και ψαροντουφεκάδες που μπορούν να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Η παρανομία δεν ανήκει αποκλειστικά σε μία ομάδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι δύο δραστηριότητες έχουν το ίδιο οικολογικό αποτύπωμα ή τους ίδιους μηχανισμούς επίδρασης. Για αυτό δεν τις αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο. Η προσωπική μου στάση είναι απλή. Δεν μου αρέσει καμία δραστηριότητα που μετατρέπει την άγρια ζωή σε αριθμό, τρόπαιο ή επίδειξη. Δεν υποστηρίζω την υπεραλίευση. Δεν υποστηρίζω τη θανάτωση για επίδειξη. Δεν υποστηρίζω την παραβίαση ορίων επειδή «έτσι γίνεται πάντα». Αλλά επίσης δεν θεωρώ σωστό να εξισώνουμε αυτόματα όλες τις δραστηριότητες. Για μένα, η θήρα με πυροβόλο όπλο έχει πρόσθετες επιπτώσεις που το ψαροντούφεκο δεν έχει στον ίδιο βαθμό: έντονο θόρυβο, πιθανότητα παράπλευρου τραυματισμού άλλων ζώων, δυσκολότερη αναγνώριση σε ορισμένες περιπτώσεις και ρύπανση από πυρομαχικά. Το ψαροντούφεκο από την άλλη έχει άλλα προβλήματα: λάθος εκτίμηση μεγέθους, παράνομη δραστηριότητα σε απομονωμένες περιοχές και πιθανή υπέρβαση επιτρεπόμενων αλιευμάτων. Δεν είναι λοιπόν «κυνήγι εναντίον ψαροντούφεκου» σαν να πρόκειται για δύο απόλυτα στρατόπεδα. Είναι θέμα πραγματικών επιπτώσεων, πραγματικής πίεσης και πραγματικής ευθύνης. Και αυτό είναι που πρέπει να συζητάμε. Όχι ποιος φωνάζει περισσότερο ότι αγαπά τη φύση, αλλά ποια δραστηριότητα προκαλεί τι, πόσο συχνά και με ποιες συνέπειες. Η φύση δεν ενδιαφέρεται για τις ταμπέλες μας. Ενδιαφέρεται μόνο για το αποτέλεσμα. Όταν μιλάμε για το πόσα ζώα πεθαίνουν για να παραχθεί η τροφή μας, η συζήτηση συχνά γίνεται υπερβολικά απλή.
Από τη μία ακούγεται ότι το κρέας απαιτεί τον θάνατο ζώων, ενώ τα φυτικά τρόφιμα θεωρούνται περίπου «χωρίς θάνατο». Από την άλλη, υπάρχει και το αντίθετο επιχείρημα: ότι η γεωργία σκοτώνει τεράστιους αριθμούς εντόμων, τρωκτικών και άλλων οργανισμών, άρα μπορεί να προκαλεί περισσότερους θανάτους από το κυνήγι ή το ψάρεμα. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Δεν υπάρχει ένα αξιόπιστο παγκόσμιο νούμερο που να μας λέει: ένα κιλό σιτάρι = Χ θάνατοι ή ένα κιλό ψάρι = Υ θάνατοι. Ο πιο χρήσιμος τρόπος σύγκρισης είναι να εξετάσουμε ξεχωριστά:
1. Crop farming: η γεωργία δεν είναι σύστημα μηδενικών θανάτων Ένα χωράφι δεν είναι μια άδεια επιφάνεια στην οποία απλώς φυτεύουμε σιτάρι, καλαμπόκι ή λαχανικά. Είναι οικοσύστημα. Μέσα στο έδαφος και γύρω από τις καλλιέργειες μπορεί να υπάρχουν: γαιοσκώληκες, σκαθάρια, springtails, αράχνες, μυρμήγκια, μέλισσες, πεταλούδες, νυχτοπεταλούδες, πασχαλίτσες, τρωκτικά, ερπετά, πουλιά και τεράστιος αριθμός μικροοργανισμών. Η καλλιέργεια μπορεί να προκαλέσει θανάτους με πολλούς τρόπους. Η άροση διαταράσσει το έδαφος. Η συγκομιδή με μηχανήματα μπορεί να σκοτώσει μικρά ζώα που βρίσκονται μέσα στο χωράφι. Τα εντομοκτόνα χρησιμοποιούνται ακριβώς για να σκοτώνουν συγκεκριμένα έντομα και, ανάλογα με την ουσία και τη χρήση, μπορούν να επηρεάσουν και μη στοχευμένα είδη. Τα δηλητήρια για τα τρωκτικά σκοτώνουν τρωκτικά και μπορούν να προκαλέσουν δευτερογενή δηλητηρίαση σε θηρευτές που τα καταναλώνουν. Άρα η φυτική παραγωγή δεν είναι «χωρίς ζώα που πεθαίνουν». Αλλά εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα της σύγκρισης: οι περισσότεροι από αυτούς τους θανάτους είναι δύσκολο να μετρηθούν. Δεν γνωρίζουμε πόσοι γαιοσκώληκες, έντομα ή μικρά τρωκτικά αντιστοιχούν σε ένα κιλό αλεύρι. Οι έρευνες συχνά μετρούν διαφορετικά πράγματα, όπως πληθυσμιακές μειώσεις, τοξικότητα, πτώση αφθονίας, νεκρά ζώα μετά από συγκομιδή ή αλλαγές στη βιοποικιλότητα. Η μετατροπή όλων αυτών σε ένα απλό «death count» είναι επιστημονικά πολύ αδύναμη. 2. Κυνήγι: λίγοι αλλά άμεσοι και ξεκάθαροι θάνατοι Στο κυνήγι ο θάνατος είναι πολύ πιο εμφανής. Αν ένας κυνηγός σκοτώσει ένα ελάφι, έναν αγριόχοιρο ή ένα πουλί, ο άμεσος θάνατος είναι καταγεγραμμένος. Δεν είναι κρυμμένος μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό κάνει το κυνήγι πολύ διαφορετικό από τη γεωργία. Συνήθως έχουμε: ένα ζώο ανά βολή ή ανά επιτυχημένο περιστατικό θήρευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κυνήγι είναι χωρίς άλλες επιπτώσεις. Υπάρχει το ζήτημα του τραυματισμού χωρίς άμεσο θάνατο. Υπάρχει ενόχληση άλλων ειδών. Σε ορισμένες μορφές κυνηγιού μπορεί να υπάρξει λανθασμένη αναγνώριση είδους. Υπάρχουν επίσης μεγαλύτερες οικολογικές συνέπειες όταν η θήρευση δεν είναι σωστά ρυθμισμένη. Αλλά ο βασικός άμεσος θάνατος είναι συνήθως πολύ εύκολο να μετρηθεί. Γι' αυτό το κυνήγι έχει υψηλή βεβαιότητα καταμέτρησης, αλλά κάθε μεμονωμένος θάνατος αφορά συνήθως ένα πολύ μεγαλύτερο ζώο. 3. Ψάρεμα: όλα εξαρτώνται από τη μέθοδο Η λέξη «ψάρεμα» καλύπτει πάρα πολλές διαφορετικές πρακτικές. Δεν μπορεί να συγκριθεί ένα καλάμι από την ακτή με μια μεγάλη τράτα σαν να είναι το ίδιο πράγμα. Σε μια απλή αλιεία με καλάμι μπορεί να πιαστεί ένα ψάρι τη φορά. Σε άλλες μεθόδους μπορεί να αφαιρούνται δεκάδες ή χιλιάδες οργανισμοί. Το μεγάλο πρόβλημα είναι το bycatch, δηλαδή η σύλληψη οργανισμών που δεν ήταν το πραγματικό αντικείμενο της αλιείας. Μπορεί να περιλαμβάνει: άλλα ψάρια, καρχαρίες, χελώνες, θαλάσσια πτηνά ή άλλους οργανισμούς. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου ψάρια απορρίπτονται πίσω στη θάλασσα τραυματισμένα ή νεκρά. Ορισμένα αλιευτικά εργαλεία μπορούν επίσης να προκαλέσουν ζημιά στον βυθό. Άρα το death count στο ψάρεμα κυμαίνεται δραματικά ανάλογα με τη μέθοδο. Ένα καλάμι, ένα παραγάδι, ένα δίχτυ και μια μηχανότρατα δεν μπορούν να τοποθετηθούν στην ίδια κατηγορία. 4. Ψαροντούφεκο: πολύ υψηλή επιλεκτικότητα Το ψαροντούφεκο διαφέρει σημαντικά από πολλές άλλες μορφές αλιείας. Ο ψαροντουφεκάς βλέπει το ζώο πριν τη βολή. Μπορεί να αναγνωρίσει:
Δεν υπάρχει δίχτυ που να συλλέγει ό,τι βρεθεί μπροστά του. Δεν υπάρχει αγκίστρι που να αποφασίζει τι θα πιαστεί. Ο στόχος επιλέγεται πρώτα. Αυτό κάνει το ψαροντούφεκο μία από τις πιο επιλεκτικές μορφές αλιείας. Συνήθως: ένα ψάρι = μία στοχευμένη βολή. Το bycatch είναι κατά κανόνα πολύ χαμηλό όταν το είδος αναγνωρίζεται σωστά πριν τη βολή. Και επειδή ο ψαροντουφεκάς βλέπει τον στόχο, υπάρχει η δυνατότητα να απορρίψει ένα μικρό ψάρι απλά χωρίς να πυροβολήσει ποτέ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι χωρίς προβλήματα. Μπορεί να υπάρξει λάθος εκτίμηση μεγέθους. Μπορεί να υπάρξει τραυματισμός χωρίς άμεσο θάνατο. Μπορεί να στοχευθεί λάθος είδος. Και φυσικά, αν η πίεση είναι μεγάλη σε συγκεκριμένα είδη και περιοχές, ακόμη και μια πολύ επιλεκτική μέθοδος μπορεί να γίνει μη βιώσιμη. Η επιλεκτικότητα δεν αντικαθιστά την οικολογική γνώση. 5. Ποιο σύστημα έχει τελικά το μεγαλύτερο death count; Δεν υπάρχει μία επιστημονικά έντιμη απάντηση. Η γεωργία μπορεί να έχει μεγάλο αριθμό έμμεσων και μη καταγεγραμμένων θανάτων. Το κυνήγι έχει μικρότερο αριθμό αλλά πολύ εμφανείς και άμεσους θανάτους. Το ψάρεμα μπορεί να κυμαίνεται από εξαιρετικά επιλεκτικό έως πολύ μαζικό, ανάλογα με το εργαλείο. Το ψαροντούφεκο έχει συνήθως υψηλή επιλεκτικότητα και πολύ χαμηλό bycatch, αλλά ο στόχος πεθαίνει άμεσα όταν η βολή είναι επιτυχής. Άρα δεν συγκρίνουμε απλώς αριθμούς. Συγκρίνουμε διαφορετικού τύπου θνησιμότητα. Άμεσος θάνατος και κρυμμένος θάνατος Εδώ υπάρχει και ένα σημαντικό ψυχολογικό στοιχείο. Όταν βλέπουμε έναν κυνηγό ή έναν ψαροντουφεκά να σκοτώνει ένα ζώο, ο θάνατος είναι μπροστά μας. Είναι άμεσος. Είναι ορατός. Είναι δύσκολο να τον αγνοήσουμε. Όταν αγοράζουμε ένα σακουλάκι ρύζι ή ψωμί, δεν βλέπουμε τίποτα από όσα συνέβησαν στο χωράφι. Δεν βλέπουμε την άροση. Δεν βλέπουμε τα εντομοκτόνα. Δεν βλέπουμε τα τρωκτικά. Δεν βλέπουμε τα έντομα που μπορεί να χάθηκαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο. Σημαίνει ότι η ορατότητα ενός θανάτου δεν είναι το ίδιο πράγμα με το πραγματικό οικολογικό κόστος. Η ηθική δεν μπορεί να είναι μόνο αριθμητική Αν προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε κάθε διατροφική επιλογή σε ένα σκορ τύπου: «αυτό σκοτώνει 3 ζώα, εκείνο σκοτώνει 7», κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία. Δεν είναι όλοι οι θάνατοι ίδιοι. Δεν έχουν όλες οι πρακτικές το ίδιο οικολογικό αποτέλεσμα. Και δεν είναι όλες οι επιπτώσεις άμεσες. Η σωστή ερώτηση δεν είναι απλά: «Ποιο σύστημα σκοτώνει τα λιγότερα ζώα;» Η καλύτερη ερώτηση είναι: «Ποιο σύστημα μειώνει περισσότερο τους περιττούς, μη στοχευμένους και οικολογικά επιβλαβείς θανάτους;» Πώς μειώνουμε τη θνησιμότητα σε κάθε σύστημα Στη γεωργία αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερη άσκοπη χρήση φυτοφαρμάκων, integrated pest management, διατήρηση φυτοφρακτών, προστασία επικονιαστών και καλύτερη διαχείριση του εδάφους. Στο κυνήγι σημαίνει σωστή αναγνώριση είδους, αυστηρά όρια, επιλογή μόνο του κατάλληλου ζώου και αποφυγή βολών όταν δεν υπάρχει καθαρή πιθανότητα άμεσης θανάτωσης. Στο ψάρεμα σημαίνει πιο επιλεκτικά εργαλεία, σωστή επιλογή αγκιστριών, μείωση του bycatch και αποφυγή υπεραλίευσης. Στο ψαροντούφεκο σημαίνει αναγνώριση είδους πριν τη βολή, σωστή εκτίμηση μεγέθους, λήψη μόνο όσων πραγματικά χρειάζονται και αποφυγή προστατευόμενων, αναπαραγωγικών ή ευάλωτων ειδών. Συμπέρασμα για να θυμόμαστε όλοι μας. Κανένα σύστημα τροφής δεν είναι πραγματικά «zero death». Ακόμη και ένα χωράφι γεμάτο φυτά αποτελεί μέρος ενός οικοσυστήματος στο οποίο ζουν και πεθαίνουν ζώα. Η διαφορά είναι ότι σε κάποιες μορφές παραγωγής οι θάνατοι είναι ορατοί και εύκολα καταμετρήσιμοι, ενώ σε άλλες είναι έμμεσοι, διάχυτοι και σχεδόν αδύνατο να υπολογιστούν. Το κυνήγι και το ψαροντούφεκο έχουν άμεσους και εμφανείς θανάτους. Η γεωργία μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη αβεβαιότητα ως προς τους έμμεσους θανάτους. Το ψάρεμα βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα και εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το εργαλείο. Η πιο έντιμη συζήτηση λοιπόν δεν είναι να ανακηρύξουμε έναν τρόπο διατροφής «χωρίς θάνατο». Είναι να παραδεχτούμε ότι κάθε τροφή έχει οικολογικό κόστος και να προσπαθήσουμε να μειώσουμε όσο γίνεται τον περιττό πόνο, τη μη στοχευμένη θνησιμότητα και την καταστροφή των οικοσυστημάτων. Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι το μηδέν. Είναι το λιγότερο δυνατό αποφεύξιμο κόστος για τη ζωή γύρω μας. Για πολλούς ανθρώπους, το ψαροντούφεκο συνδέεται αποκλειστικά με την αλιεία για τροφή ή αναψυχή. Στη δική μου περίπτωση, όμως είναι διαφορετικά. Με 17 χρόνια δράσεις στο πεδίο η εκμάθηση και χρήση του εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο περιβαλλοντικής έρευνας, διαχείρισης ξενικών ειδών και ανάπτυξης πρακτικών δεξιοτήτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν υποβρυχίως.
Δεν το βλέπω μόνο ως μέθοδο αλιείας. Το αντιμετωπίζω και ως ένα εργαλείο που μπορεί, όταν χρησιμοποιείται σωστά και στοχευμένα, να αποκτήσει εφαρμογές στην έρευνα και στην προστασία της θαλάσσιας ζωής. Είμαι ένας άνθρωπος με 17 χρόνια δράσεις στο πεδίο, όχι σε γραφεία, όχι σε εργαστήρια, όχι μόνο σε συνέδρια και round tables. 17 χρόνια έρευνας, πριν καν αποκτήσω τα διπλώματα της θαλάσσιας βιολογίας και του conservation Biology. Και πάντα εκπαιδεύομαι, ειδικά σε νέες μεθόδους και εργαλεία, για την διαχείριση της άγριας ζωής. 1. Στοχευμένη απομάκρυνση ξενικών ειδών. Ένας από τους βασικούς λόγους που ενσωμάτωσα το ψαροντούφεκο στις δεξιότητές μου είναι η διαχείριση ξενικών θαλάσσιων ειδών. Συμμετέχω και τρέχω και προγράμματα όπως το Nativ Pelion, κ.α., όπου η καταγραφή, η παρακολούθηση και, όπου είναι κατάλληλο και επιτρέπεται, η απομάκρυνση συγκεκριμένων ξενικών ειδών μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας συνολικότερης στρατηγικής διαχείρισης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το μεγάλο πλεονέκτημα του ψαροντούφεκου είναι η επιλεκτικότητα. Σε αντίθεση με μη επιλεκτικά αλιευτικά εργαλεία, ο δύτης βλέπει το άτομο πριν αποφασίσει αν θα το στοχεύσει. Αυτό επιτρέπει:
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ο στόχος είναι η διαχείριση εισβολικών ή ξενικών οργανισμών και όχι η γενική αλιευτική δραστηριότητα. Το ψαροντούφεκο, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πολύ στοχευμένης απομάκρυνσης, αρκεί να χρησιμοποιείται στο σωστό πλαίσιο, με σωστή αναγνώριση ειδών και σύμφωνα με τη νομοθεσία. 2. Εκπαίδευση σε υποβρύχια σήμανση ζωντανών ειδών. Ο δεύτερος λόγος είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρων από ερευνητική άποψη. Η χρήση ψαροντούφεκου αναπτύσσει δεξιότητες που μπορούν να είναι χρήσιμες και σε άλλες υποβρύχιες εφαρμογές, όπως η σήμανση ζωντανών οργανισμών. Η κλασική διαδικασία tagging σε πολλά ερευνητικά προγράμματα περιλαμβάνει: σύλληψη του ζώου, χειρισμό, τοποθέτηση σήμανσης και στη συνέχεια απελευθέρωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, υπάρχει ενδιαφέρον για τεχνικές όπου η σήμανση μπορεί να γίνει απευθείας στο νερό, χωρίς προηγούμενη πλήρη σύλληψη του ζώου. Η λογική αυτή απαιτεί δεξιότητες όπως:
Η εκπαίδευση στο ψαροντούφεκο βοηθά ακριβώς σε αυτά τα στοιχεία. Δεν σημαίνει ότι ένα συμβατικό ψαροντούφεκο χρησιμοποιείται αυτούσιο για επιστημονική σήμανση. Σημαίνει ότι η εξοικείωση με ένα παρόμοιο σύστημα εκτόξευσης ή εφαρμογής υποβρυχίως μπορεί να λειτουργήσει ως πρακτική βάση για εξειδικευμένα tagging εργαλεία. Αυτή η δεξιότητα είναι ακόμη σχετικά ασυνήθιστη και απαιτεί σημαντική εξάσκηση. Και είναι η προϋπόθεση για να ξεκινήσει και νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα. Από το catch and release σε λιγότερο παρεμβατικές μεθόδους. Στην αλιευτική έρευνα, το catch and release έχει σημαντική αξία, επειδή επιτρέπει τη συλλογή δεδομένων από ζωντανά άτομα. Ωστόσο, ακόμη και η προσωρινή σύλληψη ενός ψαριού μπορεί να προκαλέσει στρες, τραυματισμό ή μεταβολή της συμπεριφοράς του. Για αυτό έχει ενδιαφέρον η ανάπτυξη μεθόδων που, όπου είναι επιστημονικά και τεχνικά εφικτό, μειώνουν ακόμη περισσότερο τον χειρισμό. Η υποβρύχια σήμανση χωρίς πλήρη σύλληψη ενός οργανισμού μπορεί να αποτελέσει μια τέτοια προσέγγιση, ανάλογα πάντα με:
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η τεχνική επιτυχία, αλλά η συλλογή δεδομένων με τον μικρότερο δυνατό αντίκτυπο στο ζώο. Δεν σημαίνει ότι η έρευνα δικαιολογεί οποιαδήποτε χρήση. Η σύνδεση του ψαροντούφεκου με την έρευνα δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή ψαροντούφεκου αποκτά αυτόματα επιστημονικό ή περιβαλλοντικό χαρακτήρα. Η χρήση του πρέπει να είναι συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη και ανάλογη με τον στόχο. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η αναψυχική αλιεία και διαφορετική η στοχευμένη απομάκρυνση ενός ξενικού είδους στο πλαίσιο διαχείρισης. Αντίστοιχα, διαφορετική είναι η συμβατική χρήση ψαροντούφεκου από τη χρήση ειδικά σχεδιασμένου εξοπλισμού tagging από εκπαιδευμένο ερευνητή. Η τεχνική από μόνη της δεν κάνει μια δραστηριότητα «διατήρηση». Αυτό καθορίζεται από τον σκοπό, τη μεθοδολογία, την επιστημονική τεκμηρίωση και τον τρόπο εφαρμογής. Μια ακόμη δεξιότητα για την εργασία κάτω από το νερό. Για εμένα, η προσθήκη του ψαροντούφεκου δεν αλλάζει τον βασικό προσανατολισμό της δουλειάς μου. Ο στόχος παραμένει η παρατήρηση, η καταγραφή, η κατανόηση και η προστασία της άγριας ζωής. Απλώς προστίθεται ακόμη μία πρακτική δεξιότητα. Όπως η υποβρύχια φωτογραφία, η αναγνώριση ειδών, η καταγραφή ενδιαιτημάτων, οι υποβρύχιες έρευνες και η συλλογή δεδομένων απαιτούν διαφορετικά εργαλεία, έτσι και ορισμένες μορφές διαχείρισης ή tagging μπορεί να απαιτούν εξειδικευμένες τεχνικές. Το σημαντικό είναι το εργαλείο να χρησιμοποιείται για έναν ξεκάθαρο σκοπό. Στη δική μου περίπτωση, αυτός ο σκοπός είναι η στοχευμένη χρήση για έρευνα, διαχείριση και προστασία της άγριας ζωής. Και φυσικά όσο αντέχω να δουλεύω στο πεδίο, θα συνεχίσω να μαθαίνω και να εξελίσσομαι! |
